γραφικά /ɣra.fiˈka/ Noun
- English
- graphics
- Polski
- grafiki
Example
- Το κείμενο και τα [γραφικά] ετοιμάζονται χωριστά και μετά συνδυάζονται.
- Text and graphics are prepared separately and then combined.
- Η λέξη 'γραφικά' εδώ καλύπτει όλο το οπτικό κομμάτι.