Γραφειοκρατία /ɣɾa.fio.kɾaˈti.a/ Noun
- English
- bureaucracy
- Polski
- biurokracja
Example
- Η νέα ρύθμιση στοχεύει να μειώσει την περιττή **γραφειοκρατία** (Διοικητική αγκύλωση / Τυπικότητα / Διοικητική φλυαρία) — της: Η νέα πολιτική στοχεύει να μειώσει την περιττή γραφειοκρατία.
- The new policy aims to reduce unnecessary bureaucracy.
- Εδώ τονίζεται η δυσλειτουργία του συστήματος.