Αλφαβητισμός /alfa.vi.tiˈzmos/ Noun

English
literacy
Polski
piśmienność

Example

  • Η εκστρατεία στοχεύει στη βελτίωση του ενήλικου [γραμματισμός - παιδεία / μόρφωση / γνώση] στις αγροτικές περιοχές.
  • The campaign aims to improve adult literacy in rural areas.
  • Εδώ ο 'γραμματισμός' είναι ο επίσημος όρος για την ικανότητα ανάγνωσης/γραφής.