χιούμορ /xjuˈmor/ Noun
- English
- humour
- Polski
- humor
Example
- Η ιστορία είχε μια γλυκιά **ευθυμία** — της **καλοσύνης / λεπτότητας / πνεύματος** — γεμάτη διακριτικό χιούμορ.
- It was a story full of gentle humour.
- Το 'ευθυμία' εδώ τονίζει την καλοπροαίρετη διάθεση.