Ιατρικός /i̯a.triˈkos/ AdjectiveEnglishmedicalPolskimedycznyExampleΧρειάζεται άμεσα [ιατρική] φροντίδα.She needs medical care.Το 'φροντίδα' (care) απαιτεί το 'ιατρική' (medical) ως επίθετο.