Ρεύμα /ˈrevma/ Noun

English
electricity
Polski
prąd

Example

  • Η καταιγίδα διέκοψε τον [ηλεκτρισμός] μας.
  • The storm knocked out the electricity.
  • Εδώ το 'ηλεκτρισμός' είναι η γενική έννοια της παροχής.