Ήρωας /iˈros/ Noun
- English
- hero
- Polski
- bohater
Example
- Η πυροσβέστρια ήταν μια αληθινή ηρωίδα που έσωσε πολλούς ανθρώπους. (Ηρωίδα / Σωτήρας / Πρωταγωνίστρια)
- She is a war hero who saved many lives.
- Στα ελληνικά, το θηλυκό 'ηρωίδα' είναι πολύ συχνό και χρησιμοποιείται ευρέως.