Διεκδίκηση /ðʝekðiˈksisi/ Noun

English
assertion
Polski
stanowcze oświadczenie

Example

  • Είχε δίκιο στον **ισχυρισμό** του ότι ο υπουργός είχε πει ψέματα. (Δήλωση / Διατύπωση / Βεβαίωση)
  • He was correct in his assertion that the minister had been lying.
  • Εδώ ο 'ισχυρισμός' φέρει το βάρος της αμφισβήτησης.