Ηθικός /iˈθikos/ Adjective
- English
- moral
- Polski
- moralny / moralność
Example
- Είναι ένα **ηθικό** δίλημμα που αγγίζει όλους.
- It is a moral issue that affects everyone.
- Εδώ το 'ηθικό' λειτουργεί ως ουσιαστικό επίθετο, τονίζοντας τη φύση του προβλήματος.