Ηπειρωτική Ελλάδα /i.pi.ro.ti.ki eˈla.ða/ Noun
- English
- mainland
- Polski
- ląd stały
Example
- Η [Ηπειρωτική χώρα] (Στεριά / Ηπειρωτικό έδαφος / Ηπειρωτική γη) — της: Ακυρώθηκε το δρομολόγιο του φέρι για την ηπειρωτική χώρα λόγω των ισχυρών ανέμων.
- The ferry service to the mainland was cancelled due to high winds.
- Το 'Ηπειρωτική χώρα' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.