ΚΑΛΥΨΗ /kaˈlipsi/ Noun
- English
- coverage
- Polski
- relacja
Example
- Η ζωντανή **κάλυψη** (ειδησεογραφική κάλυψη / δημοσιογραφική κάλυψη / ρεπορτάζ) της διαστημικής αποστολής ήταν συναρπαστική.
- The live coverage of the space mission was captivating.
- Στα ΜΜΕ, το 'ρεπορτάζ' είναι πιο ζεστό από το 'κάλυψη'.