καταγγέλλω /kataŋˈɟeʎo/ Verb
- English
- denounce
- Polski
- potępić
Example
- Η οργάνωση [καταγγέλλει / αποκηρύττει / καταδικάζει] τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- The organization denounced the human rights violations.
- Το 'καταγγέλλω' ταιριάζει τέλεια με θεσμικά όργανα.