Συντριπτικό /sindriˈptiko/ Επικρατών
- English
- overwhelming
- Polski
- przytłaczający
Example
- Τα στοιχεία εναντίον του ήταν **κατακλυσμιαία** (συντριπτικά / ασύλληπτα / αδιαμφισβήτητα) — η ενοχή του ήταν προφανής.
- The evidence against him was overwhelming.
- Εδώ τονίζεται η ποσότητα και η αδιαμφισβήτητη φύση των στοιχείων.