καταστροφικός /kata.stro.fiˈkos/ Επιθετικό
- English
- destructive
- Polski
- niszczycielski
Example
- Ο πόλεμος επέδειξε τη **καταστροφική** δύναμη των σύγχρονων όπλων.
- The war demonstrated the destructive power of modern weapons.
- Εδώ το 'καταστροφική' τονίζει την έκταση της βλάβης.