καταστροφικός /katastɾofoˈikos/ Επιθετικό
- English
- disastrous
- Polski
- katastrofalny
Example
- Ο τυφώνας είχε [καταστροφικές] συνέπειες για τις ακτές. (Η λέξη 'καταστροφικός' είναι η πιο άμεση μετάφραση.)
- The hurricane had a disastrous effect on the coastline.
- Εδώ τονίζεται η φυσική ή υλική ζημιά.