Καθήκον /kaˈθikon/ Noun

English
duty
Polski
obowiązek

Example

  • Είναι καθήκον μου να αναφέρω το περιστατικό. (Το καθήκον / Η υποχρέωση / Το δέον) — του: It is my duty to report the incident.
  • It is my duty to report the incident.
  • Το 'καθήκον' εδώ είναι η πιο άμεση και ζεστή μετάφραση.