καθοριστικός /kaθoristiˈkos/ Adjective

English
instrumental
Polski
kluczowy

Example

  • Το νέο λογισμικό ήταν **καθοριστικό** (συνεισέφερε τα μέγιστα) — για: The new software was instrumental in streamlining our workflow.
  • The new software was instrumental in streamlining our workflow.
  • Εδώ τονίζουμε την κρίσιμη συνεισφορά του λογισμικού.