Καθυστέρηση /kaθiˈsteɾisi/ Noun
- English
- delay
- Polski
- opóźnienie / opóźniać
Example
- Οι επιβάτες θα αντιμετωπίσουν μεγάλες καθυστερήσεις στους δρόμους σήμερα. [Αναμονή / Αναβολή / Μακροχρόνια αναμονή] — Οι μετακινούμενοι θα βρουν μπροστά τους μεγάλες καθυστερήσεις στους δρόμους σήμερα.
- Commuters will face long delays on the roads today.
- Η 'καθυστέρηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.