κατόρθωμα /kaˈtoɾθoma/ Noun
- English
- accomplishment
- Polski
- osiągnięcie
Example
- Η αποφοίτησή της με άριστα ήταν το πιο περήφανο [κατόρθωμα] της ζωής της.
- Graduating with honors was her proudest accomplishment.
- Εδώ τονίζεται η προσωπική νίκη και η προσπάθεια.