Κίνητρο /ciˈmitro/ Noun

English
motive
Polski
motyw

Example

  • Η αστυνομία ερευνά το κίνητρο πίσω από τη ληστεία. [ερευνούν / αναζητούν / εξετάζουν] — του: Η αστυνομία ερευνά το κίνητρο πίσω από τη ληστεία.
  • The police are investigating the motive behind the robbery.
  • Εδώ το 'κίνητρο' είναι η ψυχολογική βάση της πράξης.