Κοινοβουλευτικός /ci̯no.vu.lef.stiˈkos/ Επίθετο
- English
- parliamentary
- Polski
- parlamentarny
Example
- Η κοινοβουλευτική συνεδρίαση αναβλήθηκε.
- The parliamentary session was adjourned.
- Εδώ το 'κοινοβουλευτική' (θηλ.) ταιριάζει απόλυτα με τη 'συνεδρίαση'.