κοπέλα /koˈrit͡si/ Noun

English
girl
Polski
dziewczyna

Example

  • Η μικρή κοπέλα των έξι ετών μάθαινε να διαβάζει.
  • The little girl of six was learning to read.
  • Το 'κοπέλα' είναι πιο ζεστό από το 'κορίτσι' για μικρές ηλικίες.