Επιμέλεια /epiméʎa/ Noun
- English
- custody
- Polski
- władza rodzicielska / areszt
Example
- Η δικαστική απόφαση έδωσε την αποκλειστική [Επιμέλεια] στον πατέρα.
- The court awarded sole custody to the father.
- Στην Ελλάδα, για παιδιά, το 'επιμέλεια' είναι ο όρος-κλειδί.