κατάσταση /kataˈstasi/ Κράτος

English
state
Polski
stan [państwo / sytuacja / forma]

Example

  • Η οικονομική πολιτική του Κράτους άλλαξε ξαφνικά.
  • Η πολιτική οντότητα που ασκεί κυρίαρχη εξουσία σε μια γεωγραφική περιοχή.