κρίση /ˈkri.si/ Noun
- English
- crisis
- Polski
- kryzys
Example
- Η παγκόσμια οικονομική **κρίση** άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τις τράπεζες.
- The global financial crisis changed how we view banking.
- Η λέξη 'κρίση' εδώ είναι ο πυρήνας της συζήτησης για το 2008.