κυνηγώ /ciˈniɡo/ ΟυσιαστικόEnglishchasePolskigonić / pościgExampleΟι αστυνομικοί πιάστηκαν μετά από σύντομο [κυνηγητό].The thieves were caught after a short chase.Εδώ το 'κυνηγητό' είναι η φυσική πράξη.