Αργά /arˈɣa/ Adjective
- English
- late
- Polski
- spóźniony / późno
Example
- Συγγνώμη που άργησα στη σύσκεψη, [αργοπορημένος] / [υστερημένος] / [καθυστερημένος] ήμουν.
- I'm sorry I'm late for the meeting.
- Το 'αργοπορημένος' είναι το πιο συνηθισμένο για άτομα.