Λογοτεχνία /lo.ɣo.te.'xni.a/ Noun

English
literature
Polski
literatura

Example

  • Είναι καθηγήτρια Αγγλικής [λογοτεχνίας] (γραμματείας / γραμματείας) στο Πανεπιστήμιο.
  • She is a professor of English literature.
  • Η λέξη είναι άμεση και κομψή.