φωνακλάς /fonaˈklas/ AdjectiveEnglishloudPolskigłośny / głośnoExampleΗ δυνατή μουσική κράτησε ξύπνιους τους γείτονες.The loud music kept the neighbors awake.Χρησιμοποιούμε το 'δυνατή' (θηλυκό) γιατί το 'μουσική' είναι θηλυκό.