μαχαίρι /maˈxai̯ri/ NounEnglishknifePolskinóżExampleΧρησιμοποίησε ένα κοφτερό [μαχαίρι] για να κόψεις τα λαχανικά.She used a sharp knife to chop the vegetables.Η λέξη 'μαχαίρι' είναι η πιο κοινή επιλογή.