μαγαζί /maˈɣa.zi/ NounEnglishshopPolskisklep / robić zakupyExampleΤο τοπικό [μαγαζί] κλείνει στις οκτώ.The local shop closes at eight.Το 'μαγαζί' είναι η πιο ζεστή, καθημερινή λέξη.