μαλλί /maˈli/ Noun
- English
- wool
- Polski
- wełna
Example
- Τα πρόβατα τα κρατούσαν για το [μαλλί] (έριο / φλοκάτι / ινώδης ύλη) και το κρέας τους.
- Sheep were kept for their wool and meat.
- Το «μαλλί» είναι η πιο κοινή λέξη, το «έριο» είναι πιο ποιητικό/τεχνικό.