Μαρμελάδα / Τζαμ /marmeˈlaða/ NounEnglishjamPolskidżemExampleΆλειψε παχιά [μαρμελάδα] φράουλας πάνω στο σκον.She spread thick strawberry jam on her scone.Η 'μαρμελάδα' είναι η πιο κοινή λέξη για το 'jam' ως τρόφιμο.