μάρτυρας / μαρτυρώ /maɾtiˈro/ Noun

English
witness
Polski
świadek

Example

  • Η αστυνομία ψάχνει για οποιονδήποτε μάρτυρα της ληστείας. [μάρτυρας / αυτόπτης / παρευρισκόμενος] — της ληστείας.
  • The police are looking for any witness to the robbery.
  • Το 'αυτόπτης μάρτυρας' είναι η πιο δυνατή, πλήρης έκφραση.