μειονότητα /me̞o̞ˈno̞tiˌta/ NounEnglishminorityPolskimniejszośćExampleΜια μικρή μειονότητα των χρηστών ανέφερε το σφάλμα.A small minority of users reported the bug.Εδώ το 'μειονότητα' είναι ο πιο φυσικός όρος για τεχνικά ζητήματα.