μεταδίδω /meˈtaðiðo/ Noun
- English
- broadcast
- Polski
- nadawać / transmisja
Example
- Μήπως είδες την πρωινή «εκπομπή» (μετάδοση / αναμετάδοση / πρόγραμμα);
- Did you catch the morning broadcast?
- Το «Εκπομπή» είναι το πιο συνηθισμένο για ραδιόφωνο/τηλεόραση.