μοντέρνος /siŋˈxro.nos/ Adjective

English
modern
Polski
nowoczesny

Example

  • Ο σύγχρονος [μοντέρνος / σύγχρονος / πρόσφατος] κόσμος της βιομηχανίας βασίζεται πολύ στην ψηφιακή τεχνολογία.
  • The modern industrial world relies heavily on digital technology.
  • Εδώ το 'σύγχρονος' ταιριάζει καλύτερα για το ευρύτερο πλαίσιο.