μοναδικός /mo.na.diˈkos/ Adjective

English
sole
Polski
jedyny

Example

  • Ο μόνος επιζών της συντριβής βρέθηκε χθες. (Ο μοναδικός επιζών / Ο επιζών και μόνο)
  • The sole survivor of the crash was found yesterday.
  • Το «μόνος» είναι η πιο άμεση μετάφραση για το 'sole' σε αυτή τη χρήση.