Μουσικός /mu.siˈkos/ Επίθετο

English
musical
Polski
muzyczny

Example

  • Προέρχεται από πολύ [μουσική οικογένεια] (μελωδική / αρμονική / ρυθμική).
  • She comes from a very musical family.
  • Η λέξη 'οικογένεια' είναι θηλυκό, άρα 'μουσική'.