Μπελάς / Μπελάδες /beˈlas/ Noun

English
trouble
Polski
kłopot

Example

  • Έχουμε **μπελάδες** (ταλαιπωρία / δυσκολία / αναστάτωση) να βρούμε προσωπικό για τη βραδινή βάρδια.
  • We have trouble getting staff for the night shift.
  • Το «μπελάδες» (πληθυντικός) είναι πιο συχνό για μικροπροβλήματα.