νεκρός /nekˈros/ Adjective
- English
- dead
- Polski
- martwy
Example
- Το λουλούδι είναι [νεκρό] (άψυχος / τελειωμένος / σβησμένος) γιατί το ξέχασα στο αυτοκίνητο.
- The plant is dead because I forgot to water it.
- Χρησιμοποιούμε το ουδέτερο 'νεκρό' για το 'λουλούδι'.