Έγκυρος /ˈeɟiros/ Εύλογος

English
legitimate
Polski
uzasadniony

Example

  • Η εταιρεία έχει **νόμιμη** αξίωση στην περιουσία. (Δικαιολογημένη / Θεμιτή / Εύλογη — της ιδιοκτησίας)
  • The company has a legitimate claim to the property.
  • Εδώ τονίζεται η νομική βάση.