ιδέα /ˈnoʊʃən/ Noun
- English
- notion
- Polski
- wyobrażenie
Example
- Είχε μια αμυδρή ιδέα (ιδέα / αντίληψη / άποψη) για το τι ήθελε να πετύχει.
- She had a vague notion of what she wanted to achieve.
- Εδώ το 'ιδέα' είναι το πιο φυσικό, υποδηλώνοντας κάτι ασαφές.