ΕΚΤΟΣ /ekˈtos/ Adverb

English
off
Polski
wyłączony / z dala od

Example

  • Μου 'ξύρισαν' το γένι [ξύρισαν / έκοψαν / τριμάρισαν] — από: He had his beard shaved off.
  • He had his beard shaved off.
  • Εδώ το 'off' δηλώνει την ολοκληρωτική αφαίρεση.