Εντελώς / Συνολικός /siˈno.li.kos/ Adjective
- English
- total
- Polski
- całkowity / totalny
Example
- Ήταν μια ολική καταστροφή (καταστροφή / χάος / φιάσκο) — της: It was a total disaster.
- It was a total disaster.
- Το 'ολική' δίνει έμφαση στο ότι δεν έμεινε τίποτα όρθιο.