οργανωτικός /orɣanotikós/ Adjective
- English
- organizational
- Polski
- organizacyjny
Example
- Η ομάδα αντιμετώπισε αρκετά οργανωτικά εμπόδια (διοικητικά / δομικά / λειτουργικά) — η γραφειοκρατία ήταν ο μεγάλος μας αντίπαλος.
- The team faced several organizational hurdles.
- Εδώ τονίζεται η δυσκολία στη ρύθμιση των διαδικασιών.