Θυμός /θiˈmos/ Οργή

English
anger
Polski
złość

Example

  • Έπρεπε να βρει τρόπο να εκφράσει την καταπιεσμένη της [Οργή] (αγανάκτηση / πικρία / φούντωμα) — έβλεπες την ένταση στα μάτια της.
  • She had to find a way to express her pent-up anger.
  • Εδώ η 'οργή' υποδηλώνει μια βαθιά, συσσωρευμένη αντίδραση.