Ορισμός /oɾiˈzmos/ Noun
- English
- definition
- Polski
- definicja
Example
- Το λεξικό παρέχει σαφείς, απλούς [ορισμούς]. — Η [Λεξικογραφία] (Λεξικογραφία / Ερμηνεία / Επεξήγηση) του όρου είναι κλειδί.
- The dictionary provides clear, simple definitions.
- Το 'παρέχει' είναι πιο ζεστό από το 'δίνει' εδώ.