δικός μας /ðiˈkos ˈmas/ Pronoun
- English
- ours
- Polski
- nasz (i jego formy: nasza, nasze, naszych)
Example
- Το σπίτι τους μοιάζει πολύ με [το δικό μας], αλλά [το δικό μας] είναι μεγαλύτερο.
- Their house is very similar to ours, but ours is bigger.
- Εδώ το 'το δικό μας' αντικαθιστά το 'το δικό μας σπίτι'.