Παιδί /piˈði/ Noun

English
child
Polski
dziecko

Example

  • Το παιδί τριών ετών χρειάζεται συνεχή επίβλεψη.
  • The child of 3 years old needs constant supervision.
  • Η ηλικία αναφέρεται πάντα με το ουσιαστικό «παιδί».